Οι θρήσκοι πάνε στον παράδεισο, οι άθεοι πάνε παντού

The Insider, 18/8/2012

Σε κάθε «μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης» πάντα νιώθω λίγο περιθωριακός. Πόσο μάλλον τώρα που έχουμε για πρωθυπουργό έναν μου(ν)τζαχεντίν της ορθοδοξίας που κάθε δεύτερη λέξη του όταν μιλάει είναι «θεός», «παναγία», «ορθοδοξία» ή κάτι αντίστοιχο. Το να μην είσαι χριστιανός στην Ελλάδα είναι τόσο παράξενο όσο το να είσαι χορτοφάγος. Όπως οι θείοι από το χωριό σε κοιτάνε σαν εξωγήινο αν τους πεις ότι δεν τρως αρνί, μπριζόλες, κοκορέτσι, σπληνάντερο και άλλες παραδοσιακές ελληνικές λιχουδιές, με το ίδιο ακριβώς βλέμμα θα σε κοιτάξουν αν τους πεις ότι είσαι άθεος.

Εδώ που τα λέμε, δεν είναι και εύκολο να είσαι άθεος σε αυτή τη χώρα. Πρώτα απ’όλα, όσο άθεος κι αν αισθάνεσαι, κατά 99% όταν δεν είχες ακόμα δικαίωμα επιλογής βαφτίστηκες χριστιανός επειδή «έπρεπε». Μετά, στο σχολείο, από την τρίτη δημοτικού κι έπειτα είχες ένα μάθημα που λεγόταν «θρησκευτικά», το οποίο όμως δεν ήταν «θρησκευτικά», αλλά χριστιανική κατήχηση.

Κατόπιν, όταν έβγαζες για πρώτη φορά ταυτότητα, ο αστυνομικός δε σε ρωτούσε καν, ή σε ρωτούσε εντελώς τυπικά για το τι να γράψει στο πεδίο «θρήσκευμα»: Χριστιανός Ορθόδοξος, προφανώς. Από εκεί και πέρα, φυσικά ήσουν ελεύθερος να διαλέξεις τη θρησκεία σου. Εντάξει, όχι και τόσο ελεύθερος. Αν ας πούμε διάλεγες το Ισλάμ, δε θα έβρισκες πουθενά τζαμί να προσευχηθείς.

Προσωπικά σκέφτηκα πολύ μέχρι να καταλήξω στην αθεΐα. Χρόνια ολόκληρα το σκεφτόμουν, μήπως ήταν βλασφημία, μήπως καιγόμουν στις αιώνιες φωτιές της Κόλασης για την αχαριστία μου, που στο κάτω-κάτω σε Αυτόν χρωστούσα και την ύπαρξή μου την ίδια. Ε, και μετά αποφάσισα ότι το ματς της θρησκείας με τη λογική θα το παίξω διπλό, κόντρα στην προϊστορία και τη δυνατή έδρα των γηπεδούχων.

Τι με ώθησε στην αθεΐα; Πολλοί παράγοντες. Πρώτα απ’όλα, η λογική. Ίσως να μπορούσα να πιστέψω στην ύπαρξη ενός ανώτερου όντος που δημιούργησε το σύμπαν, αλλά σίγουρα όχι με τη μορφή που περιγράφεται στη Βίβλο και πασάρεται από την εκκλησία. Μετά, ήταν κάποια γεγονότα στη ζωή μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο τον ιερέα που μας έκανε θρησκευτικά στην Α’ Λυκείου, ντυμένος πάντα με τα ράσα του, ο οποίος προσπαθούσε να μας μιλήσει με μία διαφορετική γλώσσα, πιο παιχνιδιάρικη, ήθελε να μας προσεγγίσει όπως ο Χριστόδουλος όταν ζητούσε από τους νέους να πάνε στις εκκλησίες με τα σκουλαρίκια. Και μια φορά, πάνω στην κουβέντα, είπε: «Εγώ δεν έχω τίποτα με τους μαύρους, μια χαρά άνθρωποι είναι. Αλλά να παντρευτώ μαύρη; Και να μου βγει το παιδί μαύρο; Δε γίνεται». Ε, δε θέλει και πολύ για να χάσεις την πίστη σου.

Τώρα πια η αθεΐα είναι mainstream, ειδικά στους νέους. Το να κάνεις πλακίτσες για την παρθενιά της Παναγίας ή τα θαύματα του Χριστού είναι πολύ πιο εύκολο τώρα που υπάρχουν τα social media. Αλλά θα έλεγες το ίδιο αστείο στο οικογενειακό τραπέζι, μπροστά στους γονείς, τους θείους και τις γιαγιάδες σου; Μάλλον όχι.

Είναι λοιπόν βλασφημία να βρίζεις τα θεία;

Σε πρώτη φάση, το να βρίζεις τα θεία είναι κάπως αγενές. Όταν ο άλλος πιστεύει κάτι, δεν είναι ευγενικό να τον προσβάλλεις γι’αυτό. Είτε πιστεύει στον θεό, είτε στον Αλλάχ, είτε στο ιπτάμενο μακαρονοτέρας, είτε στην παγκόσμια ειρήνη. Και κάθε πίστη είναι σεβαστή, ακόμα και χωρίς την παραμικρή απόδειξη. Αν εσύ θες να πιστεύεις ότι το σύμπαν το έφτιαξε ο Μπαζαούρ, ένας γιγάντιος γορίλας που ένα βράδυ έφαγε τα κέρατά του και ξέρασε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι γαλαξίες, οι πλανήτες και τα αστέρια, είναι δικαίωμά σου και θα το σεβαστώ. Για να γίνει αυτό όμως θα πρέπει η πίστη σου να πληροί δύο όρους.

Πρώτον, η πίστη σου δε θα πρέπει να κηρύσσει το μίσος. Αν η θρησκεία σου προστάζει να κόψεις το λαρύγγι όποιου δεν την ασπάζεται, να το μαγειρέψεις στο φούρνο μικροκυμάτων και να το ταΐσεις στον σκύλο σου, τότε δε θα τη σεβαστώ. Θα την πολεμήσω. Κι ας σου φαίνομαι βλάσφημος – αυτό που για σένα είναι βλασφημία, για μένα είναι νόμιμη άμυνα.

Δεύτερον, η πίστη σου πρέπει να είναι αυστηρά προσωπική. Δεν μπορείς να την επιβάλεις σε κανέναν. Αν προσπαθήσεις να μου επιβάλεις την πίστη σου, θα σε πολεμήσω. Θα βρίσω τα θεία σου τόσο πολύ, που αν υπάρχουν θα ρίξουν επιτόπου κεραυνό και θα με κάνουν φλαμπέ. Κι ας σου φαίνομαι βλάσφημος – αυτό που για σένα είναι βλασφημία, για μένα είναι ελευθερία θρησκευτικής έκφρασης.

Πολλοί φανατικοί χριστιανοί στην Ελλάδα δεν καταλαβαίνουν γιατί οι νέοι συνηθίζουν να βρίζουν τα θεία. Μοιάζουν με τους ελέω θεού μονάρχες που βασάνιζαν τους υπηκόους τους, τους επέβαλλαν φοβερούς φόρους, σκότωναν όποιον γούσταραν, και μετά αναρωτιόντουσαν γιατί τους μισεί ο κόσμος.

Πολλοί στην ηλικία μου έχουν γνωρίσει τη θρησκευτική καταπίεση, είτε από την οικογένειά τους, είτε από το σχολείο, είτε από οπουδήποτε αλλού. Και όταν καταπιέζεις κάποιον σίγουρα μπορείς να ελπίζεις σε κάποια βραχυπρόθεσμα οφέλη, όμως μακροπρόθεσμα το μόνο που καταφέρνεις είναι να τον κάνεις να σιχαθεί αυτό που τον καταπιέζει και να αντιδρά σε αυτό βίαια.

Έτσι λοιπόν, όταν μετά από χρόνια καταπίεσης σου δίνεται η ελευθερία σε ένα κοινωνικό δίκτυο να εκφράσεις αυτό που νιώθεις για τη θρησκεία, μπορεί να το κάνεις με άγριο τρόπο. Να βρίσεις τα θεία, να ρίξεις χριστοπαναγίες, να ειρωνευτείς θρησκευτικά σύμβολα. Είναι μία μορφή εκδίκησης: Εσείς με καταπιέζατε τόσα χρόνια, αλλά τώρα θα δείτε τι θα πάθετε, θα σας τα κάνω εγώ στάχτη τα είδωλά σας.

Μπορεί να είναι μία αγενής και ανώριμη μορφή αντίδρασης, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι και κατανοητή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Εκκλησία στην Ελλάδα είναι καθεστώς, και άρα είναι λογικό να προκαλεί αντιδράσεις. Ή μήπως έγινε ο περίφημος διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους και το έχασα αυτό το επεισόδιο;

Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό που πολλοί θεωρούν «βλασφημία» μας έχει δώσει κάποια από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα. Ο Καζαντζάκης αφορίστηκε για το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και τον «Τελευταίο Πειρασμό» – αλλά αυτό δε μειώνει τη λογοτεχνική τους αξία. Πολλοί θεώρησαν «βλάσφημο» το Life of Brian των Μόντι Πάιθον – αλλά εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο αστείες ταινίες όλων των εποχών. Γιατί πολύ απλά, κάποιοι δεν μπορούν να καταλάβουν το χιούμορ ή τη φιλοσοφική σκέψη που μπορεί να κρύβεται πίσω από μία ιστορία με θρησκευτικό προκάλυμμα.

Το debate μεταξύ θρήσκων και άθεων είναι μάταιο. Όπως σε ένα debate μεταξύ γαύρων και βάζελων θα φτάσουν μέχρι τo ντέρμπι της πρώιμης ιουρασικής περιόδου και το αν η μπάλα είχε περάσει τη γραμμή ή όχι στο σουτ του τυραννόσαυρου Ρεξ (και δε θα βγάλουν άκρη), έτσι και σε ένα debate μεταξύ θρήσκων και άθρησκων κανείς δε θα μπορούσε να αποδείξει με βεβαιότητα την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη του θεού, εκτός κι αν ήταν εκεί την ώρα που δημιουργήθηκε ο κόσμος και μπορεί να μας πει ως αυτόπτης μάρτυρας.

Επομένως, η μόνη λύση είναι να το ρίξουμε στην πλάκα. Θα σου πω εγώ «η Κοκκινοσκουφίτσα είναι πιο ρεαλιστικό και διδακτικό παραμύθι από τη Βίβλο», θα μου πεις εσύ «και τότε πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν ρε έξυπνε, το βρήκες δώρο σε συσκευασία απορρυπαντικού;», και στο τέλος θα πάμε να τα πιούμε αγκαλιά σε ένα μπαράκι να χτυπήσουμε γκόμενες.

Γιατί σε τελική ανάλυση, θρήσκοι και μη, να γαμήσουμε θέλουμε. Και αυτό μας ενώνει.
Advertisements
Posted in Uncategorized

Ανοιχτή επιστολή στον Θόδωρο Δρίτσα

Από το blog ΆΤΑΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ, 17/8/2012

«Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το λαό ως εχθρό», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο βουλευτής Α’ εκλογικής πειρφέρειας Πειραιά του ΣΥΡΙΖΑ Θεόδωρος Δρίτσας με αφορμή τα έκτροπα που προκάλεσαν οι καταστηματάρχες της Ύδρας την περασμένη Παρασκευή. Όταν ένας πολιτικός άμεμπτου ήθους, όπως ο Θεόδωρος Δρίτσας, συγχέει τόσο εύκολα το λαό με τα λαμόγια, γιατί δεν πρέπει να κάνει το ίδιο λάθος η Bild;

 

Αγαπητέ Θεόδωρε Δρίτσα,

Δε γνωριζόμαστε προσωπικά, όμως παρακολουθώ την πολιτική σου πορεία εδώ και πολλά χρόνια. Από τότε που ως ανένταχτος Αριστερός προσπαθούσες να δώσεις νέα πνοή στο Δήμο Πειραιά, επί κεφαλής του δημοτικού συνδυασμού «το Λιμάνι της Αγωνίας».

Χάρηκα για την εκλογή σου ως βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, και η παρουσία σου στη Βουλή, ακόμα και όταν διαφωνούσα ριζικά με τις απόψεις που διατύπωνες, δικαίωσε αυτή τη χαρά μου. Για το λόγο αυτό η ανάγνωση της σημερινής σου ανακοίνωσης ήταν για εμένα ένα παγωμένο ντους. «Μια απλή διαδικασία φορολογικών ελέγχων μετατράπηκε από την κυβέρνηση σε ένα σώου επίδειξης αυταρχισμού», γράφεις.

Θα ήμουν πρόθυμος να δεχθώ το επιχείρημά σου, αν το συνεργείο της φορολογικής αστυνομίας δεν είχε περάσει τη νύχτα του μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Ύδρας, πολιορκούμενο από πλήθος επιχειρηματιών του νησιού. Θα είχα συμφωνήσει μαζί σου και φυσικά και με τους Υδραίους, αν ο συλληφθείς ήταν ένας πλανόδιος πωλητής, ένα παιδί των φαναριών, ένας άστεγος που προσπαθούσε να βγάλει δυο δεκάρες πουλώντας χαρτομάντηλα στους περαστικούς.

Όμως ο καταστηματάρχης είναι ιδιοκτήτης ενός από τα πάμπολλα πανάκριβα εστιατόρια της Ύδρας, στα οποία το εισόδημά μου δεν μου επιτρέπει να μπω – όχι μόνοι τώρα, που για ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 22.000 ευρώ καλούμαι να πληρώσω φόρο 1400 ευρώ και κάτι ψιλά, αλλά και όταν το οικογενειακό μου εισόδημα ήταν υπερτριπλάσιο. Και βεβαίως τα καταστήματα αυτά, με την προϋπόθεση ότι καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού τους στα ασφαλιστικά ταμεία, ότι καταβάλλουν το ΦΠΑ όπως οφείλουν, και ότι δεν απασχολούν στην κουζίνα μετανάστες χωρίς χαρτιά για μεροκάματα της πείνας, έχουν υψηλά έξοδα.

Σε κάθε περίπτωση όμως το εισόδημα των ιδιοκτητών τους είναι κατά πολύ υψηλότερο από το δικό μου, πιθανόν δε και από το δικό σου. «Το συνεργείο της Οικονομικής Αστυνομίας αντί να βεβαιώσει τη φορολογική παράβαση, που διαπιστώθηκε, ανέχθηκε να υπερβούν αυτές τον αριθμό των 10, ώστε το αδίκημα να είναι Αυτόφωρο», γράφεις.

Δε γνωρίζω αν έχεις εργαστεί ποτέ σε εστιατόριο. Το έχω κάνει ως φοιτητής. Και γνωρίζω ότι, σε στιγμές που το μαγαζί είναι γεμάτο, που οι μισοί πελάτες απαιτούν «το λογαριασμό τους εδώ και τώρα», οι άλλοι μισοί, που μόλις έχουν καθίσει στις καρέκλες τους απαιτούν «να φάνε» επίσης «εδώ και τώρα», ενώ κάποιοι άλλοι περιμένουν ν’ αδειάσει κάποιο τραπέζι για να καθίσουν αγριοκοιτάζοντας τον ταμία που «δε μπορεί να πάρει τα χέρια του», υπάρχει κίνδυνος να μην εκδοθεί κάποια απόδειξη. Και φυσικά είναι φορολογική παράβαση, που όμως οφείλεται σε λάθος από την πίεση της δουλειάς. Όταν ο καταστηματάρχης δεν κόβει δέκα αποδείξεις τότε σίγουρα υπάρχει πρόθεση. Ορθώς λοιπόν δεν επισήμαναν τη φορολογική παράβαση από την πρώτη απόδειξη που δεν κόπηκε και περίμεναν να φτάσουν τις δέκα οι αποδείξεις.

Αγαπητέ Θεόδωρε Δρίτσα, Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, προσπαθούσα να κερδίσω τη ζωή μου παραδίδοντας μαθήματα ξένων γλωσσών. Εργαζόμουν 10-12 ώρες την ημέρα για να κερδίσω χρήματα που με το ζόρι έφταναν το τοτινό ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη. Ένα από τα φροντιστήρια στα οποία εργαζόμουν ήταν στα Νέα Λιόσια. Κάθε φορά που πήγαινα εκεί, με το που περνούσα τον Κηφισσό και έμπαινα στο Περιστέρι, έπηζε το μάτι μου από αυτοκίνητα 2000 κυβικών και άνω.

Με τον καιρό κατάλαβα ότι τα αυτοκίνητα αυτά ανήκαν στους ιδιοκτήτες κάτι βιοτεχνιών, που υπήρχαν στα υπόγεια των διόροφων κατοικιών, όπου εργάζονταν ο ιδιοκτήτης, η γυναίκα του, η μάνα του ή η πεθερά του και μερικοί αδήλωτοι Αλβανοί, τότε, εργάτες. Οι βιοτέχνες αυτοί αγόραζαν πρώτη ύλη, παρήγαγαν και πουλούσαν τελικό προϊόν χωρίς να κρατούν κανένα απολύτως παραστατικό. Μερικοί από αυτούς ήταν και γονείς μαθητών μου και, έτσι, μπόρεσα να γνωρίσω τι σόι άνθρωποι ήταν: αλαζόνες, επιδειξιομανείς, ορκισμένοι εχθροί των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, ρατσιστές και οπαδοί της ανέλιξης σούρνοντας, γλείφοντας και με τα κέρατά τους.

Με δυο λόγια το αντίθετο των ανθρώπων και των αξιών που υπερασπίζεσαι σε όλη σου τη ζωή ως ενεργός πολίτης και ως πολιτικός. Αγαπητέ Θεόδωρε Δρίτσα, Μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων του Μαΐου και του Ιουνίου, πήρα συνέντευξη, από το συνάδελφό σου Γιώργο Σταθάκη, με την ιδιότητα του συνεργάτη του Ισπανικού Πρακτορείου Ειδήσεων για το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Μου παρουσίασε ένα συνεκτικό πρόγραμμα, που βασίζονταν σε τρεις πυλώνες: μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης για την περιστολή της σπατάλης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και δημόσιες επενδύσεις για να βγει η οικονομία από την ύφεση.

Έχοντας υπ’ όψιν μου τις αντιδράσεις του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την επιτυχία του πρώτου σκέλους του προγράμματος, είχα διατυπώσει τους προβληματισμούς μου στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ. Διερωτώμαι πλέον, με δεδομένη την ανοιχτή υποστήριξη της δήλωσής σου προς φοροφυγάδες, πώς, ως κυβέρνηση, θα μπορέσετε να αντιμετωπίσετε τη φορδιαφυγή.
Με εκτίμηση,
Γιάννης Χρυσοβέργης

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι κυριότεροι εκπρόσωποί του ακολουθούν κατά γράμμα την παλιά δημαγωγική τακτική των ΝΔ-ΠΑΣΟΚων και όσων άλλων βρέθηκαν στην εξουσία: υποστηρίζουν με χίλια δυο γελοία επιχειρήματα κάθε παραβάτη, κάθε παράνομο, για να τσιμπήσουν 3-4 ψήφους παραπάνω… και άμποτε βρεθούν στην εξουσία, καλούν το λαό να υπερασπιστεί το «κυβερνητικό έργο»… Αποδεικνύονται όλοι τους υποψήφιοι βολευτάκηδες, μικροί Τσοχατζόπουλοι, αν τους κάτσει…

Posted in Uncategorized

Εδώ που είμαστε…

Η πιο συνηθισμένη κουβέντα που ακούω τελευταία στην πόλη είναι: «Γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που είμαστε!» Καθένας την κολλάει εκεί που τον βολεύει και όλοι βγαίνουν δικαιωμένοι και επιβεβαιωμένοι, όταν δεν γίνεται το «δικό τους»…

Πριν από μερικές εβδομάδες περίμενα μαζί με άλλους στο γκισέ μιας δημόσιας υπηρεσίας. Με πλησιάζει μια κυρία με μικρό παιδί στην αγκαλιά και με ρωτάει, «Ξέρετε κύριε πού είναι η οδός τάδε, με έστειλαν σε ένα γραφείο…» Πράγματι ήξερα! Της λέω θα βγείτε έξω και θα περπατήσετε στο δρόμο μπροστά προς τα δεξιά… Πάνω εκεί πετάγεται από πίσω στην ουρά κάποιος και άρχισε να δίνει δικές του εξηγήσεις…

Σταμάτησα εγώ να μιλάω, αφού υπήρχε άλλος πρόθυμος… Αλλά αυτός έδινε λάθος πληροφορίες και κάποιος του το επεσήμανε: «Όχι, δεν είναι εκεί… σωστά έλεγε ο κύρος!» (εγώ, δηλαδή). Ξανάρχεται η κυρία σε μένα και, πάνω που πάω να συνεχίσω, επεμβαίνει ο άλλος να δώσει τις δικές του πληροφορίες… Του λέω, «Μαζί θα μιλάμε τώρα;», για να τον αποτρέψω να παρέμβει κι ας έκανε μετά ό,τι ήθελε. Μου απαντάει λοιπόν αυτός με στόμφο: «Έτσι γίνεται, γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που είμαστε…»

Έμεινα κατάπληκτος, πώς μπορεί να «φτάσαμε εδώ που είμαστε» τη στιγμή που αυτός παρεμβαίνει και δίνει απρόσκλητα (λάθος) πληροφορίες. Εκτός αν θεωρούσε ότι επιβάλλεται να ακούσει η κυρία οπωσδήποτε την πληροφορία του, ώστε να μειωθεί το χρέος, να κάνει ο Τζέφρι αναδρομικά σωστές πολιτικές κινήσεις, να πέσουν τα επιτόκια κ.ο.κ.

Κάτι σχετικά του είπαν και οι άλλοι – όταν δεν έχεις δουλειά και περιμένεις στην ουρά, ασχολείσαι με τα συμβαίνοντα γύρω σου: «Έλα ρε φίλε, πετάγεσαι απρόσκλητος και σου φταίνε οι άλλοι μετά», και άλλα τέτοια. Μετά είδα ότι η κυρία, αφού άκουσε την υπόδειξή μου, ρώτησε και κάποιον άλλον στην έξοδο, μήπως και της είπα τίποτα λάθος εγώ… Έτσι είναι σωστό, πρέπει να διασταυρώνουμε, αφού συχνά δίνουμε και παίρνουμε εσφαλμένες πληροφορίες…

Νεότερη ευκαιρία για επιβεβαίωση του ερωτήματος «γιατί φτάσαμε εδώ που είμαστε;», δόθηκε σήμερα Κυριακή στο περίπτερο παραθεριστικής περιοχής, όπου λογικά μαζεύεται κόσμος κάθε πρωί για να πάρει εφημερίδα, τσιγάρα και ό,τι άλλο ποθεί έκαστος. Καταφθάνει ένας, 45-50άρης, παραθεριστής, κοντό παντελονάκι, βιαστικός και φουριόζος και στήνει το μηχανάκι για να αγοράσει κάτι. Εκείνη την ώρα σταματάει και κάποιος άλλος μπροστά με αμάξι και βάζει όπισθεν για να πλησιάσει το περίπτερο. Εγώ βρίσκομαι ανάμεσα και κοιτάω με αδιαφορία. Οπότε πλησιάζει το αυτοκίνητο, αργά βέβαια, και χτυπάει λίγο το μηχανάκι. Γέρνει αυτό και σταματάει στα χέρια του ιδιοκτήτη του, ο οποίος δεν είχε ακόμα απομακρυνθεί. Ακούγονται φωνές, «Βρε ατζαμή!», «πρόσεχε!» και άλλα τέτοια… Κάτι φώναξα κι εγώ αυθόρμητα…

Βγαίνει ο οδηγός έντρομος, δεν φαινόταν στον καθρέφτη το μηχανάκι και δεν κατάλαβε πού κτύπησε… Βλέπει τι έγινε, κατάλαβε ότι δεν συνέβη τίποτα σημαντικό, τραυματισμός ή κάτι τέτοιο, και λέει, μάλλον σε μένα επειδή νόμιζε ότι είμαι ο ιδιοκτήτης, «Συγγνώμη κύριε, δεν το είδα καθόλου…» Ο πραγματικός ιδιοκτήτης ήταν όμως έξαλλος: «Βρε ζώον, βρε μα..κα, θα με σκότωνες, βρε ηλίθιε…» Και άλλα πολλά που εμπίπτουν στο νόμο περί ασέμνων.Εκεί αναγκάστηκα να παρέμβω κι εγώ για να ηρεμήσω τον μηχανόβιο, δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε στην κοινωνία μια διάχυτη νευρικότητα: Βρε δεν έγινε τίποτα, ευτυχώς δεν κτύπησες και το μηχανάκι μια χαρά είναι… Ο άλλος τίποτα, να βρίζει σαν λούστρος (και ζητώ συγγνώμη από τους κ.κ. στιλβωτές υποδημάτων), είπε όλα όσα είχε στο μυαλό του να πει από μηνών και δεν έβρισκε ευκαιρία…Ο δράστης του «τροχαίου» περιστατικού, 60άρης περίπου, καταρχάς άκουγε έκπληκτος, γιατί οι φωνές του άλλου δεν δικαιολογούνταν από την επιπολαιότητα του περιστατικού. «Μα τι να κάνω τώρα, σου ζήτησα συγγνώμη, ευτυχώς που δεν έπαθες ζημιά, τι άλλο να κάνω για να σε ικανοποιήσω;» Ήρεμος καταρχάς και έκπληκτος. Ο άλλος συνέχισε «Τέτοιοι μα..κες κυκλοφορούν, θα μας σκοτώσουν όλους, ζώα που τους δώσανε δίπλωμα να οδηγούν…»

Οπότε αλλάζει το κλίμα, ο μέχρι τώρα ήρεμος υπαίτιος του περιστατικού, αγρίεψε, «Τι θέλεις τώρα να σε πλακώσω στο ξύλο;» και πάει επάνω στον άλλο. Εγώ ανάμεσα, εμφανώς ασθενέστερος σε δύναμη κι από τους δύο, να προσπαθώ να τους αποτρέψω με λόγια… «Τι πράγματα είναι αυτά, κύριοι; Θα έρθει η Αστυνομία και δεν θα ξέρετε να πείτε ούτε καν γιατί πιαστήκατε στα χέρια… σας παρακαλώ!» Μια στον ένα και μια στον άλλον…

Λένε ότι γι’ αυτό υπάρχουν οι φίλοι, για να μας προφυλάσσουν από υπερβολικές αντιδράσεις μας… Αλλά και οι περαστικοί χρήσιμοι είναι σε τέτοιες περιπτώσεις!

Πράγματι, με τα πολλά, εγώ ανάμεσα, απομακρύνθηκαν αμοιβαία οι αντιδικούντες, αλλά συνέχισαν και οι δύο τώρα να φωνάζουν, γαϊδούρι, βλάκα, ηλίθιε, ζώον, μα..κα, κανίβαλε… και διάφορα άλλα.

Εντωμεταξύ είχαν μαζευτεί γύρω και θεατές, οι περισσότεροι αγνοώντας τι είχε συμβεί. Είδαν καυγά και θέλησαν να παρακολουθήσουν: Ρίξτου, πιάστου τη μύτη… Μια φασαρία χωρίς καμιά δικαιολογία και έξω από κάθε μέτρο. Η διάχυτη νευρικότητα που λέγαμε… Αν δεν είχα παρεμβληθεί δε ο ίδιος ανάμεσά τους, θα είχαν πέσει αρκετές καρπαζιές…

Πάνω εκεί, στρέφεται ο μηχανόβιος προς το περίπτερο -εφημερίδα ήθελε να πάρει και έμπλεξε- οπότε λέει φωναχτά:  «Τέτοια κάνουμε, γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που είμαστε!» Ο άλλος ούτε που άκουγε πια, είχε μπει εκνευρισμένος στο αμάξι και έφυγε με ταχύτητα… Εγώ, περισσότερο από ευχαρίστηση που απετράπη ο ξυλοδαρμός, παρά για την απόφανση του μηχανόβιου, ήμουν έτοιμος να βάλω τα γέλια… Δεν είπα τίποτα, να ρωτήσω π.χ. τι ακριβώς κάνουμε και φτάσαμε εδώ: Παρκάρουμε πρόχειρα το μηχανάκι; Δεν προσέχουμε στην όπισθεν; Βρίζουμε αμετροεπώς τον αντίδικο, χωρίς καν να ξέρουμε ποιος είναι; Τι ακριβώς φταίει, τέλος πάντων, που πάμε για πτώχευση; Θα με άρχιζε στις θεωρίες ο άλλος και δεν είχα όρεξη να ακούσω…

Σκέφτομαι ότι σχεδόν άπαντες ζητάμε εναγωνίως μια δικαιολογία για να επιβεβαιωθούμε… Όλοι κάτι γνωρίζαμε και βλέπαμε, μερικοί συμμετείχαμε κιόλας, αλλά δεν ξέραμε γιατί και πώς! Και τώρα που συνέβη το ανεπιθύμητο και βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την άτακτη πτώχευση, συναρμολογούμε με νευρικότητα και εκ του προχείρου τις εξηγήσεις που μας ταιριάζουν για να επιβεβαιώνουμε αυτά που πάντα θέλαμε να εξηγήσουμε – όπως μας βολεύει βεβαίως!

Posted in Uncategorized